to compute
com
kəm
kēm
pute
ˈpju:t
pyoot
commutecompetecompote

Ορισμός και σημασία του "compute"στα αγγλικά

to compute
01

υπολογίζω, λογίζω

to calculate or determine a value using mathematical operations 
Transitive: to compute a value
to compute definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
compute
γ΄ ενικό πρόσωπο
computes
ενεστώτα μετοχή
computing
απλός αόριστος
computed
παθητική μετοχή
computed
Παραδείγματα
Accountants must compute taxes owed by clients based on income levels and deductions. 

Οι λογιστές πρέπει να υπολογίζουν τους φόρους που οφείλουν οι πελάτες με βάση τα επίπεδα εισοδήματος και τις εκπτώσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store