Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to compute
01
υπολογίζω, λογίζω
to calculate or determine a value using mathematical operations
Transitive: to compute a value
Παραδείγματα
The team computed the amount of materials needed for the construction.
Η ομάδα υπολόγισε την ποσότητα των υλικών που απαιτούνται για την κατασκευή.
Λεξικό Δέντρο
computable
computation
computer
compute



























