Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Computer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
computers
Παραδείγματα
He upgraded the computer's software for better performance.
Αναβάθμισε το λογισμικό του υπολογιστή για καλύτερη απόδοση.
02
υπολογιστής, ειδικός υπολογισμών
an expert at calculation (or at operating calculating machines)
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
computerize
microcomputer
computer
compute



























