Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to commentate
01
σχολιάζω
to describe an event on radio or television as it occurs, especially a sports match
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
commentate
γ΄ ενικό πρόσωπο
commentates
ενεστώτα μετοχή
commentating
απλός αόριστος
commentated
παθητική μετοχή
commentated
02
σχολιάζω
make a commentary on
Λεξικό Δέντρο
commentator
commentate
comment



























