Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
commercial
01
εμπορικός
related to the purchasing and selling of different goods and services
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
business, economics, trade
Παραδείγματα
Commercial transactions involve the exchange of goods or services for money.
Οι εμπορικές συναλλαγές περιλαμβάνουν την ανταλλαγή αγαθών ή υπηρεσιών για χρήματα.
02
εμπορικός, σχετικός με τον εμπορικισμό
of or relating to commercialism
03
εμπορικός, εμπορικής ποιότητας
of the kind or quality used in commerce; average or inferior
Commercial
01
διαφήμιση
an advertisement broadcast on TV or radio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
commercials
Παραδείγματα
The company's new product was promoted through a series of television commercials.
Το νέο προϊόν της εταιρείας προωθήθηκε μέσω μιας σειράς τηλεοπτικών διαφημίσεων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
commercialize
commercially
noncommercial
commercial
commerce



























