commercial
Pronunciation
/kəˈmɝːʃəl/

Ορισμός και σημασία του "commercial"στα αγγλικά

commercial
01

εμπορικός

related to the purchasing and selling of different goods and services
commercial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The film was a commercial success despite mixed reviews.
Η ταινία ήταν εμπορική επιτυχία παρά τις ανάμεικτες κριτικές.
02

εμπορικός, σχετικός με τον εμπορικισμό

of or relating to commercialism
03

εμπορικός, εμπορικής ποιότητας

of the kind or quality used in commerce; average or inferior
01

διαφήμιση

an advertisement broadcast on TV or radio
commercial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
commercials
Παραδείγματα
The local car dealership aired a commercial offering special discounts and financing options.
Η τοπική αντιπροσωπεία αυτοκινήτων προέβαλε μια διαφήμιση που προσέφερε ειδικές εκπτώσεις και επιλογές χρηματοδότησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store