Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Commerce
01
εμπόριο
the act of buying and selling goods and services, particularly between countries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
International commerce plays a vital role in global economic development, facilitating trade between nations.
Ο διεθνής εμπόριο παίζει ζωτικό ρόλο στην παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη, διευκολύνοντας το εμπόριο μεταξύ των εθνών.
02
ανταλλαγή, εμπόριο
social interaction or exchange, particularly of ideas, opinions, or attitudes
Παραδείγματα
Scholars valued the commerce of ideas at the conference.
Οι λόγιοι εκτίμησαν την ανταλλαγή ιδεών στη διάσκεψη.
Λεξικό Δέντρο
commercial
commercial
commerce



























