Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
commendable
01
έπαινος, αξιέπαινος
worthy of praise due to its admirable qualities or actions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most commendable
συγκριτικός βαθμός
more commendable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, evaluation, morality
Παραδείγματα
Her dedication to charity work is commendable.
Η αφοσίωσή της στη φιλανθρωπική εργασία είναι αξιέπαινη.
commendable
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He handled the accusations commendably, with calm and dignity.
Χειρίστηκε τις κατηγορίες με αξιέπαινο τρόπο, με ηρεμία και αξιοπρέπεια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
commendable
commend



























