Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to commandeer
01
κατασχέω, παραχωρώ
to officially take possession or control of something, typically for military or governmental purposes, often without the consent of the owner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
commandeer
γ΄ ενικό πρόσωπο
commandeers
ενεστώτα μετοχή
commandeering
απλός αόριστος
commandeered
παθητική μετοχή
commandeered
Παραδείγματα
In times of war, authorities have the power to commandeer resources necessary for defense efforts.
Σε καιρούς πολέμου, οι αρχές έχουν την εξουσία να κατασχούν τους πόρους που είναι απαραίτητοι για τις αμυντικές προσπάθειες.



























