comfy
com
ˈkʌm
kam
fy
fi
fi
comfier

Ορισμός και σημασία του "comfy"στα αγγλικά

01

άνετος, ευχάριστος

providing physical ease and relaxation 

comfortable

comfy definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
comfiest
συγκριτικός βαθμός
comfier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She curled up in a comfy chair with a good book. 

Κουλουριάστηκε σε μια άνετη καρέκλα με ένα καλό βιβλίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store