comfy
Pronunciation
/ˈkəmfi/
comfier

Ορισμός και σημασία του "comfy"στα αγγλικά

01

άνετος, ευχάριστος

providing physical ease and relaxation

comfortable

comfy definition and meaning
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
comfiest
συγκριτικός βαθμός
comfier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They designed the café to have a warm and comfy atmosphere.
Σχεδίασαν το καφέ να έχει μια ζεστή και άνετη ατμόσφαιρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store