Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come off
[phrase form: come]
01
αποσπώμαι, ξεκολλάω
(of a portion or piece) to become detached or separated from a larger whole
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come off
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes off
ενεστώτα μετοχή
coming off
απλός αόριστος
came off
παθητική μετοχή
come off
Παραδείγματα
The handle of the suitcase came off during the trip, making it difficult to carry.
Η λαβή της βαλίτσας αποσπάστηκε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, κάνοντας δύσκολη τη μεταφορά της.
02
αντιλαμβάνομαι ως, φαίνομαι
to be perceived or received in a certain way
Παραδείγματα
The apology came off as genuine and sincere, earning forgiveness.
Η συγγνώμη φαίνεται γνήσια και ειλικρινής, κερδίζοντας τη συγχώρεση.
03
συμβαίνει, πετυχαίνει
to occur in a specific way, often implying success or effectiveness
Παραδείγματα
The performance came off brilliantly, leaving the audience in awe of the actors' talent.
Η παράσταση πήγε εξαιρετικά, αφήνοντας το κοινό σε δέος με το ταλέντο των ηθοποιών.
04
σταματώ να παίρνω, απεξαρτώμαι από
to stop taking medicine, a drug, alcohol, etc.
Transitive
Παραδείγματα
The athlete had to come off performance-enhancing drugs to comply with anti-doping regulations.
Ο αθλητής έπρεπε να σταματήσει τα φάρμακα που ενισχύουν την απόδοση για να συμμορφωθεί με τους κανονισμούς κατά του ντόπινγκ.
05
πετυχαίνω, κατορθώνω
to succeed in achieving or doing something
Παραδείγματα
The negotiations were challenging, but they came off with a favorable agreement.
Οι διαπραγματεύσεις ήταν δύσκολες, αλλά κατέληξαν σε μια ευνοϊκή συμφωνία.



























