Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come off
01
αποσπώμαι, ξεκολλάω
(of a portion or piece) to become detached or separated from a larger whole
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come off
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes off
ενεστώτα μετοχή
coming off
απλός αόριστος
came off
παθητική μετοχή
come off
Παραδείγματα
The plaque on the wall came off after years of wear and tear.
Η πλάκα στον τοίχο αποσπάστηκε μετά από χρόνια φθοράς.
02
αντιλαμβάνομαι ως, φαίνομαι
to be perceived or received in a certain way
Παραδείγματα
His joke didn't come off as intended and ended up causing offense.
Το αστείο του δεν έγινε αντιληπτό όπως επρόκειτο και κατέληξε να προκαλεί προσβολή.
03
συμβαίνει, πετυχαίνει
to occur in a specific way, often implying success or effectiveness
Παραδείγματα
The party came off as a huge success, with everyone enjoying themselves.
Το πάρτι αποδείχθηκε μεγάλη επιτυχία, με όλους να διασκεδάζουν.
04
σταματώ να παίρνω, απεξαρτώμαι από
to stop taking medicine, a drug, alcohol, etc.
Transitive
Παραδείγματα
The doctor advised him to gradually come off the medication after his condition improved.
Ο γιατρός του συμβούλευσε να σταματήσει σταδιακά το φάρμακο μετά την βελτίωση της κατάστασής του.
05
πετυχαίνω, κατορθώνω
to succeed in achieving or doing something
Παραδείγματα
Despite the initial setbacks, they managed to come off with a successful product launch.
Παρά τις αρχικές αναποδιές, κατάφεραν να πετύχουν με μια επιτυχημένη κυκλοφορία προϊόντος.



























