agleam
ag
ˈəg
αγκ
leam
lim
λιμ
/ɐɡlˈiːm/

Ορισμός και σημασία του "agleam"στα αγγλικά

01

λαμπερός, αστραφτερός

shining brightly or gleaming, often with a soft or reflective light
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The city skyline was agleam with lights as the night set in.
Το ορίζοντα της πόλης ήταν λαμπερό με φώτα καθώς έπεφτε η νύχτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store