Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agog
01
ενθουσιασμένος, ανυπόμονος
feeling or showing great interest and anticipation for something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most agog
συγκριτικός βαθμός
more agog
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The book club was agog with anticipation for the release of the next installment in their favorite series.
Ο κλαμπ του βιβλίου ήταν σε έξαψη με την προσμονή της κυκλοφορίας του επόμενου μέρους της αγαπημένης τους σειράς.



























