Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Colon
01
κόλον, παχύ έντερο
(anatomy) the main part of the large intestine, between the caecum to the rectum, where water is removed from solid waste
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
colons
Παραδείγματα
The colon, also known as the large intestine, is the final portion of the digestive tract responsible for absorbing water and electrolytes from undigested food matter.
Το παχύ έντερο, γνωστό και ως κόλον, είναι το τελικό τμήμα του πεπτικού συστήματος που είναι υπεύθυνο για την απορρόφηση νερού και ηλεκτρολυτών από απερίτραπτη τροφή.
02
άνω τελεία, το σημείο άνω τελείας
the punctuation mark : used to introduce a quotation, explanation, or list of items
Παραδείγματα
In English grammar, a colon is used to introduce a list of items: apples, oranges, bananas, and grapes.
Στην αγγλική γραμματική, μια άνω τελεία χρησιμοποιείται για την εισαγωγή μιας λίστας αντικειμένων: μήλα, πορτοκάλια, μπανάνες και σταφύλια.
Λεξικό Δέντρο
colonial
colonial
colonic
colon



























