Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
colonial
01
αποικιακός
related to a country that controls another territory or country
Παραδείγματα
Colonial governments imposed taxes and tariffs on local populations to fund colonial administration and infrastructure projects.
Οι αποικιακές κυβερνήσεις επέβαλαν φόρους και δασμούς στους τοπικούς πληθυσμούς για να χρηματοδοτήσουν την αποικιακή διοίκηση και τα έργα υποδομής.
02
αποικιακός, σε αποικιακό στυλ
reflecting the style of architecture or decoration typical in 18th-century America under British influence
Παραδείγματα
Colonial architecture emphasizes proportion and balance.
Η αποικιακή αρχιτεκτονική τονίζει την αναλογία και την ισορροπία.
03
αποικιακός, που ζει σε αποικία
(of animals) living and operating collectively in a colony, such as ants or bees
Παραδείγματα
Certain colonial fish species form dense shoals.
Ορισμένα αποικιακά είδη ψαριών σχηματίζουν πυκνά κοπάδια.
04
αποικιακός, αποικιακοί
made up of many separate individuals forming a single functional unit or colony
Παραδείγματα
Certain colonial fungi form large, visible networks.
Ορισμένοι αποικιακοί μύκητες σχηματίζουν μεγάλα, ορατά δίκτυα.
Colonial
01
αποικιοκράτης, άποικος
a person who lives in or comes from a colony
Παραδείγματα
Life for the colonials was difficult in the early years.
Η ζωή των αποίκων ήταν δύσκολη τα πρώτα χρόνια.
Λεξικό Δέντρο
precolonial
colonial
colon



























