colonization
Pronunciation
/ˌkɑɫənɪˈzeɪʃən/
colonisation

Ορισμός και σημασία του "colonization"στα αγγλικά

01

αποικισμός

the act of taking control of another country and sending people to settle there
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Space colonization is a popular theme in science fiction, like Mars settlements.
Η αποικιοκρατία του διαστήματος είναι ένα δημοφιλές θέμα στην επιστημονική φαντασία, όπως οι εγκαταστάσεις στον Άρη.

Λεξικό Δέντρο

decolonization
colonization
colonizer
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store