Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Colonization
01
αποικισμός
the act of taking control of another country and sending people to settle there
Λεξικό Δέντρο
decolonization
colonization
colonizer
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αποικισμός
Λεξικό Δέντρο