aggravating
agg
ˈæg
αιγκ
ra
ρα
va
veɪ
βει
ting
tɪng
τινγκ

Ορισμός και σημασία του "aggravating"στα αγγλικά

aggravating
01

ενοχλητικός, εκνευριστικός

causing increased annoyance 
aggravating definition and meaning
Παραδείγματα
The constant noise from the construction site was aggravating for the residents trying to work from home. 

Ο συνεχής θόρυβος από το εργοτάξιο ήταν ενοχλητικός για τους κατοίκους που προσπαθούσαν να εργαστούν από το σπίτι.

02

επιδεινώνον, επιβαρύνων

making a problem or situation more severe 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most aggravating
συγκριτικός βαθμός
more aggravating
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
situation, problem, effect
Παραδείγματα
The dust only made her cough more aggravating. 

Η σκόνη έκανε απλώς τον βήχα της πιο επιδεινούμενο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

aggravatingly
aggravating
aggravate
aggrav
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store