aggregator
agg
ˈæg
āg
re
ri
ga
geɪ
gei
tor
aggravator

Ορισμός και σημασία του "aggregator"στα αγγλικά

01

συγκεντρωτής, συλλέκτης

a person who collects things 
aggregator definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aggregators
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store