Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aggregator
01
συγκεντρωτής, συλλέκτης
a person who collects things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
aggregators
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
aggregator
aggregate
aggreg



























