Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to aggress
01
επιτίθεμαι, προχωρώ με δύναμη
to attack or advance forcefully towards the opponent
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
aggress
γ΄ ενικό πρόσωπο
aggresses
ενεστώτα μετοχή
aggressing
απλός αόριστος
aggressed
παθητική μετοχή
aggressed
Παραδείγματα
The forward decided to aggress the defense early in the game.
Ο επιθετικός αποφάσισε να επιτεθεί στην άμυνα νωρίς στο παιχνίδι.
Λεξικό Δέντρο
aggression
aggressive
aggressor
aggress



























