Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aggravating
01
ενοχλητικός, εκνευριστικός
causing increased annoyance
Παραδείγματα
The aggravating level of detail required for the paperwork made the application process cumbersome and time-consuming.
Το ενοχλητικό επίπεδο λεπτομέρειας που απαιτήθηκε για τα χαρτιά έκανε τη διαδικασία αίτησης επαχθή και χρονοβόρα.
02
επιδεινώνον, επιβαρύνων
making a problem or situation more severe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most aggravating
συγκριτικός βαθμός
more aggravating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lack of communication was an aggravating element in the dispute.
Η έλλειψη επικοινωνίας ήταν ένα επιβαρυντικό στοιχείο στη διαμάχη.
Λεξικό Δέντρο
aggravatingly
aggravating
aggravate
aggrav



























