Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fear for
01
φοβάμαι για, ανησυχώ για
to feel worried or concerned about someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
fear
ενεστώτας
fear for
γ΄ ενικό πρόσωπο
fears for
ενεστώτα μετοχή
fearing for
απλός αόριστος
feared for
παθητική μετοχή
feared for
Παραδείγματα
The parents feared for their daughter's health.
Οι γονείς φοβούνταν για την υγεία της κόρης τους.



























