horseface
horse
ˈhɔ:s
χοσ
face
feɪs
φεισ

Ορισμός και σημασία του "horseface"στα αγγλικά

01

πρόσωπο αλόγου, μούτρα αλόγου

a person, usually a woman, mocked for having long or unattractive facial features 
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
horsefaces
αρσενικό ενικό
horseface
θηλυκό ενικό
horseface
Παραδείγματα
The mean kids called the tall girl horseface behind her back. 

Τα κακά παιδιά αποκάλεσαν το ψηλό κορίτσι πρόσωπο αλόγου πίσω από την πλάτη της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

horseface

horse

+

face

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store