horsemanship
hor
ˈhɔ:
haw
seman
smən
smēn
ship
ʃɪp
ship

Ορισμός και σημασία του "horsemanship"στα αγγλικά

01

ιππασία, δεξιοτεχνία στην ιππασία

skill in handling and riding horses 
horsemanship definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
horsemanships
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store