Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mooncalf
01
ανόητος, αφηρημένος ονειροπόλος
a foolish, absent-minded, or daydreaming person who seems mentally slow or defective
Dialect
British
προσβλητικό
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mooncalves
Παραδείγματα
Stop standing there gawping like a mooncalf and get on with your work.
Σταμάτα να στέκεσαι εκεί κοιτάζοντας χαζά σαν ηλίθιος και συνέχισε τη δουλειά σου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mooncalf
moon
calf



























