to binge-watch
binge
bɪnʤ
binj
watch
wɒʧ
voch

Ορισμός και σημασία του "binge-watch"στα αγγλικά

to binge-watch
01

παρακολουθώ υπερβολικά, μαραθωνώ

to watch multiple episodes of a show in one sitting 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
binge-watch
γ΄ ενικό πρόσωπο
binge-watches
ενεστώτα μετοχή
binge-watching
απλός αόριστος
binge-watched
παθητική μετοχή
binge-watched
Παραδείγματα
We binge-watched the whole season last night. 

Μπίντζ-γουότσαμε ολόκληρη τη σεζόν χθες το βράδυ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store