Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to binge-watch
01
παρακολουθώ υπερβολικά, μαραθωνώ
to watch multiple episodes of a show in one sitting
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
binge-watch
γ΄ ενικό πρόσωπο
binge-watches
ενεστώτα μετοχή
binge-watching
απλός αόριστος
binge-watched
παθητική μετοχή
binge-watched
Παραδείγματα
We binge-watched the whole season last night.
Μπίντζ-γουότσαμε ολόκληρη τη σεζόν χθες το βράδυ.



























