Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to binge-play
01
παίζω υπερβολικά, παίζω εντατικά
to play a game for an extended, often uninterrupted period
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
binge-play
γ΄ ενικό πρόσωπο
binge-plays
ενεστώτα μετοχή
binge-playing
απλός αόριστος
binge-played
παθητική μετοχή
binge-played
Παραδείγματα
Do n't binge-play too long; you'll get tired.
Μην παίζεις υπερβολικά για πολύ ώρα· θα κουραστείς.



























