binge-play
binge
bɪnʤ
μπιντζ
play
pleɪ
πλει
/bˈɪndʒplˈeɪ/

Ορισμός και σημασία του "binge-play"στα αγγλικά

to binge-play
01

παίζω υπερβολικά, παίζω εντατικά

to play a game for an extended, often uninterrupted period
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
binge-play
γ΄ ενικό πρόσωπο
binge-plays
ενεστώτα μετοχή
binge-playing
απλός αόριστος
binge-played
παθητική μετοχή
binge-played
Παραδείγματα
Do n't binge-play too long; you'll get tired.
Μην παίζεις υπερβολικά για πολύ ώρα· θα κουραστείς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store