to binge-play
binge
bɪnʤ
μπιντζ
play
pleɪ
πλει

Ορισμός και σημασία του "binge-play"στα αγγλικά

to binge-play
01

παίζω υπερβολικά, παίζω εντατικά

to play a game for an extended, often uninterrupted period 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
binge-play
γ΄ ενικό πρόσωπο
binge-plays
ενεστώτα μετοχή
binge-playing
απλός αόριστος
binge-played
παθητική μετοχή
binge-played
Παραδείγματα
I binge-played the new RPG all weekend. 

Έπαιξα ασταμάτητα το νέο RPG όλο το σαββατοκύριακο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store