Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to binge-play
01
παίζω υπερβολικά, παίζω εντατικά
to play a game for an extended, often uninterrupted period
Παραδείγματα
Do n't binge-play too long; you'll get tired.
Μην παίζεις υπερβολικά για πολύ ώρα· θα κουραστείς.



























