to binge-watch
Pronunciation
/bˈɪndʒwˈɑːtʃ/

Ορισμός και σημασία του "binge-watch"στα αγγλικά

to binge-watch
01

παρακολουθώ υπερβολικά, μαραθωνώ

to watch multiple episodes of a show in one sitting
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
binge-watch
γ΄ ενικό πρόσωπο
binge-watches
ενεστώτα μετοχή
binge-watching
απλός αόριστος
binge-watched
παθητική μετοχή
binge-watched
Παραδείγματα
He's binge-watching anime instead of studying.
Αυτός βλέπει υπερβολικά anime αντί να μελετά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store