Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blazed
01
στουκωμένος, μπαφιασμένος
extremely high from smoking marijuana
Παραδείγματα
I have n't been that blazed in years.
Δεν ήμουν τόσο στουκωμένος εδώ και χρόνια.
Λεξικό Δέντρο
blazed
blaze
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
στουκωμένος, μπαφιασμένος
Λεξικό Δέντρο