Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blazing
01
φλογερό, λαμπερό
shining intensely
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blazing
συγκριτικός βαθμός
more blazing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
light, intensity, perception
02
φανερός, εμφανής
without any attempt at concealment; completely obvious
03
οργισμένος, φλεγόμενος
extremely angry or full of intense emotion
Παραδείγματα
He had a blazing row with his colleague.
Είχε ένα φλογερό καυγά με τον συνάδελφό του.
Blazing
01
φλογερός, πύρινος
a strong flame that burns brightly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blazings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
blazing
blaze



























