blazing
bla
ˈbleɪ
blei
zing
zɪng
zing
blaring

Ορισμός και σημασία του "blazing"στα αγγλικά

01

φλογερό, λαμπερό

shining intensely 
blazing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blazing
συγκριτικός βαθμός
more blazing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
light, intensity, perception
02

φανερός, εμφανής

without any attempt at concealment; completely obvious 
03

οργισμένος, φλεγόμενος

extremely angry or full of intense emotion 
Παραδείγματα
He had a blazing row with his colleague. 

Είχε ένα φλογερό καυγά με τον συνάδελφό του.

01

φλογερός, πύρινος

a strong flame that burns brightly 
blazing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blazings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

blazing
blaze
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store