Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
benched
01
κρατημένος ως εφεδρικός, στην αναμονή
kept as a backup romantic or dating option while the other person pursues someone else
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most benched
συγκριτικός βαθμός
more benched
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She keeps texting me but never makes plans; definitely benched.
Συνεχίζει να μου στέλνει μηνύματα αλλά ποτέ δεν κάνει σχέδια· σίγουρα στον πάγκο.
Λεξικό Δέντρο
benched
bench



























