Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
benched
01
κρατημένος ως εφεδρικός, στην αναμονή
kept as a backup romantic or dating option while the other person pursues someone else
Παραδείγματα
Some people enjoy keeping others benched as a safety net.
Μερικοί άνθρωποι απολαμβάνουν να κρατούν άλλους σε απόθεμα ως δίκτυο ασφαλείας.
Λεξικό Δέντρο
benched
bench



























