benched
benched
bɛnʧt
bencht
beached

Ορισμός και σημασία του "benched"στα αγγλικά

01

κρατημένος ως εφεδρικός, στην αναμονή

kept as a backup romantic or dating option while the other person pursues someone else 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most benched
συγκριτικός βαθμός
more benched
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
relationships, status, social
Παραδείγματα
She keeps texting me but never makes plans; definitely benched. 

Συνεχίζει να μου στέλνει μηνύματα αλλά ποτέ δεν κάνει σχέδια· σίγουρα στον πάγκο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

benched
bench
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store