bucking
Pronunciation
/bˈʌkɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "bucking"στα αγγλικά

01

ατίθασος, αγριεμένος

(of an animal) agitated and violent, in a way that involves sudden leaping, kicking, or twisting to resist control or throw off a rider
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bucking
συγκριτικός βαθμός
more bucking
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The crowd roared as the bucking bronco twisted and leapt wildly.
Το πλήθος ξεφώνισε καθώς ο ατίθασος βρονκο στριφογυρνούσε και πηδούσε άγρια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store