Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bucking
01
ατίθασος, αγριεμένος
(of an animal) agitated and violent, in a way that involves sudden leaping, kicking, or twisting to resist control or throw off a rider
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bucking
συγκριτικός βαθμός
more bucking
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bucking horse launched the rider into the air within seconds.
Το ατίθασο άλογο έριξε τον αναβάτη στον αέρα σε δευτερόλεπτα.
Λεξικό Δέντρο
bucking
buck



























