buckler
buck
ˈbʌk
μπακ
ler
λα
bicolor

Ορισμός και σημασία του "buckler"στα αγγλικά

01

ασπίδα, μπάκλερ

armor carried on the arm to intercept blows 
buckler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bucklers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

buckler
buckle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store