cliche
cli
ˈkli:
kli
che
ʃeɪ
shei
calichecloche
cliché

Ορισμός και σημασία του "cliche"στα αγγλικά

01

κλισέ, κουρασμένη φράση

a remark or opinion that has been used so much that it is not effective anymore 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
clichés
Παραδείγματα
His speech was filled with clichés about love and happiness, failing to resonate with the audience. 

Η ομιλία του ήταν γεμάτη κλισέ για την αγάπη και την ευτυχία, χωρίς να βρει απήχηση στο κοινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store