cliche
Pronunciation
/kɫiˈʃeɪ/
cliché

Ορισμός και σημασία του "cliche"στα αγγλικά

01

κλισέ, κουρασμένη φράση

a remark or opinion that has been used so much that it is not effective anymore
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clichés
Παραδείγματα
The coach urged the team to avoid clichés in their advertising campaign, aiming for authenticity and innovation.
Ο προπονητής προέτρεψε την ομάδα να αποφύγει τα κλισέ στην διαφημιστική τους καμπάνια, με στόχο την αυθεντικότητα και την καινοτομία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store