cleanly
clean
ˈkli:n
klin
ly
li
li
clearly

Ορισμός και σημασία του "cleanly"στα αγγλικά

01

καθαρά, χωρίς προβλήματα

in a smooth and effortless manner, without problems 
cleanly definition and meaning
Παραδείγματα
He cleanly caught the ball without dropping it. 

Έπιασε την μπάλα καθαρά χωρίς να την πέσει.

02

καθαρά, χωρίς ρύπανση

in a way that produces no dirt, harmful gases, or pollutants 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The new car engine runs cleanly and reduces emissions. 

Ο νέος κινητήρας αυτοκινήτου λειτουργεί καθαρά και μειώνει τις εκπομπές.

03

καθαρά, ειλικρινά

in a fair and honest manner 
Παραδείγματα
The team played cleanly and won without cheating. 

Η ομάδα έπαιξε καθαρά και κέρδισε χωρίς απάτη.

04

καθαρά, σαφώς

equally or clearly divided 
Παραδείγματα
The group split cleanly into two equal teams. 

Η ομάδα χωρίστηκε καθαρά σε δύο ίσες ομάδες.

4.1

καθαρά, ξεκάθαρα

with smooth, straight cuts or edges 
Παραδείγματα
The glass shattered cleanly into large pieces. 

Το γυαλί έσπασε καθαρά σε μεγάλα κομμάτια.

01

καθαρός, τακτοποιημένος

having or showing a habit of keeping oneself and one's environment neat, tidy, and free from dirt 
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cleanly
συγκριτικός βαθμός
more cleanly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was a cleanly woman who scrubbed the floors each morning before breakfast. 

Ήταν μια καθαρή γυναίκα που τρίβανε τα πάτωμα κάθε πρωί πριν από το πρωινό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store