Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clean and jerk
01
καθαρή και τζερκ, clean and jerk
an Olympic lift where the lifter lifts a barbell from the floor to the shoulders, clean, and then lifts it overhead, jerk, in two distinct movements
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clean and jerks
Παραδείγματα
He excelled in the clean and jerk, showcasing his strength and technique.
Έξιχε στο αρπάγμα και στο σπρώξιμο, επιδεικνύοντας τη δύναμη και την τεχνική του.



























