clayware
clay
ˈkleɪ
klei
ware
wɛə
veē
claymore

Ορισμός και σημασία του "clayware"στα αγγλικά

01

κεραμικά, πήλινα σκεύη

ceramic ware made from clay and baked in a kiln 
clayware definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
claywares

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

clayware

clay

+

ware

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store