Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aflame
01
φλογερός, παθιασμένος
keenly excited (especially sexually) or indicating excitement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most aflame
συγκριτικός βαθμός
more aflame
διαβαθμίσιμο



























