Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clanging
01
ηχηρός, μεταλλικός
having a loud, sharp, and resonant sound, often characterized by the collision or striking of metal objects
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most clanging
συγκριτικός βαθμός
more clanging
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, perception, objects
Παραδείγματα
The clanging of construction equipment reverberated through the construction site.
Ο κρότος των εργαλειομηχανών αντήχησε στο εργοτάξιο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
clanging
clang



























