clamshell
clam
ˈklæm
κλαιμ
shell
ˌʃɛl
σελ
/klˈæmʃɛl/

Ορισμός και σημασία του "clamshell"στα αγγλικά

01

οστράκι αχιβάδας, βαλβίδα αχιβάδας

the bivalve shell of a clam, characterized by two symmetrical halves that hinge together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clamshells
Παραδείγματα
The scientist examined the growth rings on the clamshell to determine its age.
Ο επιστήμονας εξέτασε τους δακτυλίους ανάπτυξης στο κέλυφος αχιβάδας για να καθορίσει την ηλικία του.
02

κάδος με μπελά, κάδος με ανοίγματα

a dredging bucket with hinges like the shell of a clam
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store