Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clamshell
01
οστράκι αχιβάδας, βαλβίδα αχιβάδας
the bivalve shell of a clam, characterized by two symmetrical halves that hinge together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clamshells
Παραδείγματα
The clamshell protects the soft body of the clam from predators and environmental factors.
Το διθυρικό κέλυφος προστατεύει το μαλακό σώμα του αχιβάδα από τους θηρευτές και τους περιβαλλοντικούς παράγοντες.
02
κάδος με μπελά, κάδος με ανοίγματα
a dredging bucket with hinges like the shell of a clam



























