clamshell
clam
ˈklæm
κλαιμ
shell
ʃɛl
σελ

Ορισμός και σημασία του "clamshell"στα αγγλικά

01

οστράκι αχιβάδας, βαλβίδα αχιβάδας

the bivalve shell of a clam, characterized by two symmetrical halves that hinge together 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
clamshells
Παραδείγματα
The clamshell protects the soft body of the clam from predators and environmental factors. 

Το διθυρικό κέλυφος προστατεύει το μαλακό σώμα του αχιβάδα από τους θηρευτές και τους περιβαλλοντικούς παράγοντες.

02

κάδος με μπελά, κάδος με ανοίγματα

a dredging bucket with hinges like the shell of a clam 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store