Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clairvoyant
01
διαυγονοστάτης, μάντης
a person who claims to have the ability to perceive events or objects beyond normal sensory capabilities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clairvoyants
Παραδείγματα
His reputation as a reliable clairvoyant grew after several accurate predictions about global events.
Η φήμη του ως αξιόπιστου κληδοσκόπου αυξήθηκε μετά από αρκετές ακριβείς προβλέψεις για παγκόσμια γεγονότα.
clairvoyant
01
διαυγοειδής, μαντείος
(of a person) seeing things outside the reach or capability of natural senses
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most clairvoyant
συγκριτικός βαθμός
more clairvoyant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her clairvoyant insights were often sought by people facing major life decisions.
Οι διαυγείς διοράσεις της αναζητούνταν συχνά από ανθρώπους που αντιμετώπιζαν σημαντικές αποφάσεις ζωής.
02
διαυγής, προφητικός
capable to foresee events distant in time



























