to clamber
clam
ˈklæm
κλαιμ
ber
μπα
chamberclimberclumbercamber

Ορισμός και σημασία του "clamber"στα αγγλικά

to clamber
01

σκαλίζω, ανεβαίνω χρησιμοποιώντας τα χέρια και τα πόδια

to climb a surface using hands and feet 
Intransitive: to clamber somewhere
to clamber definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
clamber
γ΄ ενικό πρόσωπο
clambers
ενεστώτα μετοχή
clambering
απλός αόριστος
clambered
παθητική μετοχή
clambered
Παραδείγματα
The cat tried to clamber onto the high shelf to reach its favorite perch. 

Η γάτα προσπάθησε να σκαρφαλώσει στο ψηλό ράφι για να φτάσει στο αγαπημένο της κούρνιασμα.

01

δύσκολη αναρρίχηση, αδέξια ανάβαση

a rough or awkward climb requiring effort and navigation over obstacles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
clambers
Παραδείγματα
The hikers began a clamber up the jagged rocks. 

Οι πεζοπόροι ξεκίνησαν μια αναρρίχηση στους οδοντωτούς βράχους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store