Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clabber
01
πηγμένο γάλα, γαλακτοκομικό προϊόν φυσικής ζύμωσης
a thickened and curdled milk resulting from natural fermentation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Grandma's clabber pancakes are a family favorite for Sunday brunch.
Οι τηγανίτες με πηγμένο γάλα της γιαγιάς είναι το αγαπημένο της οικογένειας για το brunch της Κυριακής.
to clabber
01
πήζω, μετατρέπομαι σε τυρόπηγμα
turn into curds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clabber
γ΄ ενικό πρόσωπο
clabbers
ενεστώτα μετοχή
clabbering
απλός αόριστος
clabbered
παθητική μετοχή
clabbered



























