to choose
choose
ʧu:z
chooz
chouse

Ορισμός και σημασία του "choose"στα αγγλικά

to choose
01

επιλέγω, διαλέγω

to decide what we want to have or what is best for us from a group of options 
Intransitive
Transitive: to choose sth
to choose definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
ενεστώτας
choose
γ΄ ενικό πρόσωπο
chooses
ενεστώτα μετοχή
choosing
απλός αόριστος
chose
παθητική μετοχή
chosen
Παραδείγματα
When you go shopping, remember to choose quality over quantity. 

Όταν πάτε για ψώνια, θυμηθείτε να επιλέγετε ποιότητα αντί για ποσότητα.

02

επιλέγω, αποφασίζω

to decide to do something or to act in a certain way 
Transitive: to choose to do sth
Παραδείγματα
She chose to pursue a career in medicine. 

Αυτή επέλεξε να ακολουθήσει καριέρα στην ιατρική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store