Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Choo-choo
01
τσου-τσου, τρένο
a child's word for locomotive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
choo-choos
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
τσου-τσου, τρένο