Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chiefly
01
κυρίως, ειδικά
with foremost importance or focus
Παραδείγματα
The film was admired chiefly for its innovative cinematography.
Η ταινία θαυμάστηκε κυρίως για την καινοτόμο κινηματογραφία της.
1.1
κυρίως, κατά κύριο λόγο
used to indicate that something applies in general or in most cases
Παραδείγματα
The feedback was chiefly positive, with only a few critical comments.
Η ανατροφοδότηση ήταν κυρίως θετική, με μόνο λίγες κριτικές παρατηρήσεις.
Λεξικό Δέντρο
chiefly
chief



























