Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chiefly
01
κυρίως, ειδικά
with foremost importance or focus
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The committee was formed chiefly to address rising crime rates.
Η επιτροπή σχηματίστηκε κυρίως για να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη εγκληματικότητα.
1.1
κυρίως, κατά κύριο λόγο
used to indicate that something applies in general or in most cases
Παραδείγματα
The audience consisted chiefly of university students.
Το κοινό αποτελούνταν κυρίως από φοιτητές πανεπιστημίου.
Λεξικό Δέντρο
chiefly
chief



























