chiefly
chief
ˈʧi:f
chif
ly
li
li
briefly

Ορισμός και σημασία του "chiefly"στα αγγλικά

01

κυρίως, ειδικά

with foremost importance or focus 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The committee was formed chiefly to address rising crime rates. 

Η επιτροπή σχηματίστηκε κυρίως για να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη εγκληματικότητα.

1.1

κυρίως, κατά κύριο λόγο

used to indicate that something applies in general or in most cases 
chiefly definition and meaning
Παραδείγματα
The audience consisted chiefly of university students. 

Το κοινό αποτελούνταν κυρίως από φοιτητές πανεπιστημίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store